ΟΛΟΙ ΚΡΥΒΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΝΑΝ ΜΙΚΡΟ ΗΡΩΑ!!!

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Το ευρώ από σύμβολο ενότητας, φορέας διάλυσης.


Με την Ευρώπη συνολικά να μπαίνει σε ύφεση το 2012 και με την κρίση να αναζωπυρώνεται αυτή τη φορά έχοντας σαν επίκεντρο την Ισπανία (βλ. επιτόκιο δανεισμού εκ νέου στο 6%) και την Ιταλία (όπου η αίγλη του Μόντι ως δήθεν θαυματοποιού αρχίζει να ξεθωριάζει), το ερώτημα για το μέλλον και τη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης, (ΕΖ), ξανάρχεται επιτακτικά στο προσκήνιο. Από τότε που ξέσπασε η κρίση, πήρε αρκετό καιρό ώστε τουλάχιστον οι οικονομολόγοι ν’ αντιληφθούν ότι το πρόβλημα ήταν δομικό και σύμφυτο με την αρχιτεκτονική του ίδιου του ευρώ το οποίο ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε να παράγει ελλείμματα στην περιφέρεια και πλεονάσματα στο κέντρο. Έτσι, ένα μέρος της προβληματικής λογικό ήταν να κατευθυνθεί πίσω στο χρόνο και να διερευνήσει εκ νέου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε και προωθήθηκε η ιδέα της νομισματικής ενοποίησης. Όπως επίσης και να εξετάσει κάτω από νέο πρίσμα τις αντιρρήσεις και τους ενδοιασμούς που είχαν τότε διατυπωθεί, αλλά όπως φαίνεται, στην πορεία αγνοήθηκαν.


Για να ερμηνεύσουμε τις ατέλειες της ΕΖ, που ήρθαν στην επιφάνεια με την κρίση, θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε ότι η δημιουργία της ήταν πρωτίστως πολιτικό, παρά οικονομικό εγχείρημα. Ικανοποιούσε το αίτημα για ευρωπαϊκή ενότητα με σκοπό ν’ αποτραπούν μελλοντικές καταστροφές και να δοθεί ένα τέλος στην πάλη για κυριαρχία ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία. Ο Τσόρτσιλ δήλωνε τον Σεπτέμβριο του 1946 ότι ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ήταν απόλυτα απαραίτητο για ν’ αποτραπούν νέοι πόλεμοι. Από τα μέσα δε της δεκαετίας του ’50, οι ευρωπαίοι ηγέτες είχαν συνειδητοποιήσει ότι η πολιτική ένωση για να επιτευχθεί, θα έπρεπε πρώτα να περάσει από την οικονομική.


Επίσης είναι γνωστό ότι η εγκατάλειψη του μάρκου και η υποστήριξη του κοινού νομίσματος από τη διστακτική Γερμανία έγινε με αντάλλαγμα την υποστήριξη της επανένωσης με την πρώην Ανατολική από τη Γαλλία. Το εγχείρημα του ευρώ, μιας νομισματικής ένωσης με τόσο διαφορετικές οικονομίες ήταν περισσότερο, θα λέγαμε, ρομαντικό, παρά βασιζόταν σε στερεή οικονομική βάση. Λίγες ήταν οι χώρες που ικανοποιούσαν τα κριτήρια σύγκλισης, οι περισσότερες εισήλθαν με τη βοήθεια λογιστικών τεχνασμάτων, για παράδειγμα εκτός από την Ελλάδα, ήταν και η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο, ενώ αποπειράθηκε να βάλει χέρι στα στατιστικά της και η ίδια η Γερμανία, ενέργεια που απετράπη μετά από δυναμική παρέμβαση της Bundesbank. Αλλά και τα κριτήρια σύγκλισης που επικράτησαν, με συνεχείς διαφωνίες και μακροχρόνιες διαμάχες, ήταν το ελάχιστο δυνατόν που επιβίωσε από το αρχικό σχέδιο, όπου προτεραιότητα δινόταν στην πολιτική και δημοσιονομική σύγκλιση, κάτι όμως, που, όπως είχαν επίγνωση, δύσκολα θα γινόταν αποδεκτό από εθνικά κυρίαρχα κράτη. Ο δε Romano Pronti, το 2002 χαρακτήρισε το σύμφωνο σταθερότητας με μια μόνο λέξη: «Ηλίθιο».


Το ότι η ΕΖ επιβίωσε για μια δεκαετία ήταν περισσότερο θέμα τύχης και διεθνών συγκυριών. Από τη σύλληψή της ακόμα υπέφερε από πολλά μειονεκτήματα και δομικά ελαττώματα, όπου οι πολιτικοί παράγοντες είχαν παραμερίσει τις οικονομικές ανησυχίες. Η ΟΝΕ αφ’ ενός ουδέποτε εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις μιας Βέλτιστης Νομισματικής Ζώνης, και αφ’ ετέρου η ίδια η θεωρία είχε συναντήσει πολλές αμφισβητήσεις για ένα σωρό λόγους. Οι προϋποθέσεις που δεν ικανοποιήθηκαν ήταν η πολιτική και δημοσιονομική ενοποίηση, η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και η ευελιξία μισθών και τιμών. Απλά, στα χνάρια της θεωρίας της αοράτου χειρός, οι πολιτικοί πίστευαν ότι αρκούσε ένα κοινό νόμισμα για να φέρει από μόνο του και όλα τα υπόλοιπα. Δεν ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα.


Σήμερα, κρίνοντας τη βιωσιμότητα της ΟΝΕ με βάση οικονομικά κριτήρια παραβλέπουμε το γεγονός ότι το ευρώ ήταν πάνω απ’ όλα ένα πολιτικό εγχείρημα με κύριο στόχο τον περιορισμό και τον έλεγχο της Γερμανίας. Αυτό απετέλεσε και τον πυρήνα της Γαλλικής, αλλά και της Βρετανικής ευρωπαϊκής πολικής, αν και η δεύτερη, μετά τη Θάτσερ, αρνήθηκε να συμμετάσχει λόγω των διαρθρωτικών προβλημάτων τα οποία είχε εξ αρχής διαβλέψει.


Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που παρουσιάζονται τα δυο τελευταία χρόνια, μια διάλυση της ΕΖ θα ισοδυναμούσε με την αποτυχία ολόκληρης της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής πολιτικής, κάτι που γίνεται αντιληπτό μόνο κοιτάζοντας το εγχείρημα στην ιστορική του προοπτική. Παρ’ όλο τον εντεινόμενο ηγεμονισμό της Γερμανίας, η Μέρκελ, σαν τέκνο του Κολ, θα πρέπει να έχει επίγνωση των πολιτικών σκοπιμοτήτων που επενδύθηκαν στο ευρώ, και βασικά θα πρέπει να ήταν ειλικρινής όταν σε διάφορους πρόσφατους χρόνους δήλωνε πίστη στην πάση θυσία διατήρηση του ευρωπαϊκού project. Όμως, οι προθέσεις της, αν ερμηνεύονται σωστά, έρχονται σε αντίθεση με τις πολιτικές λιτότητας που απαιτεί από το σύνολο σχεδόν των χωρών της ΕΖ, οι οποίες πέρα από την εμφανή αναποτελεσματικότητά τους στην επιτυχία της σύγκλισης, ενισχύουν τον ευρωσκεπτικισμό, τις φυγόκεντρες τάσεις, καθώς και τη δυσαρέσκεια των λαών, τόσο της περιφέρειας όσο και του κέντρου. Αν το σκεπτικό της δημιουργίας του ευρώ ήταν η απομάκρυνση του κινδύνου των ενδο-ευρωπαϊκών συγκρούσεων, η σημερινή πολιτική τείνει να τον επαναφέρει.


Στη συγκυρία αυτή, ο μόνος που θα μπορούσε να σταθεί εξισορροπητικά απέναντι στη Γερμανία, θα ήταν η Γαλλία, αν η ίδια δεν βρισκόταν σε τροχιά πολιτικής και οικονομικής παρακμής. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, εκτός κι αν έρθουν τα πάνω-κάτω στη Γαλλία, η επιβίωση ή όχι της ΟΝΕ βρίσκεται εξ ολοκλήρου στα χέρια της Γερμανίας και ειδικά, στο κατά πόσον η Μέρκελ θα σταθμίσει την πολιτική της με βάση το πολιτικό συμφέρον της Γερμανίας, και όχι με βάση ένα στενό οικονομικό όφελος. Η απομόνωση της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν θα ήταν κάτι που θα την συνέφερε μακροπρόθεσμα, ακόμα και αν παροδικά αναπλήρωνε τις εξαγωγές που θα έχανε εντός ΕΖ, με αυτές που θα κέρδισε εκτός αυτής, για παράδειγμα προς την Κίνα. Μια μονομερής αποχώρηση θα υπονόμευε την εξηντάχρονη φιλοευρωπαϊκή της πολιτική, στην οποία στήριζε την ταυτότητά της και από την οποία αντλούσε κύρος. Το ερώτημα είναι αν η Μέρκελ θα το τολμήσει, ανατρέποντας τη μέχρι τούδε τάξη πραγμάτων.


Το παρελθόν και το αβέβαιο μέλλον της ευρωπαϊκής ένωσης περιγράφεται με εμπεριστατωμένο τρόπο στο βιβλίο «Το τέλος του ευρώ» του Johan van Overtveldt, εκδ. Μεταίχμιο.

ΠΗΓΗ: http://e-cynical.blogspot.com/

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

ΤΟ ΕΥΡΩ ΩΣ ΓΡΑΜΜΗ ΜΑΖΙΝΟ ΤΗΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ


του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ*

Oι κυρίαρχες δυνάμεις του δικομματισμού και οι τροϊκανοί επικυρίαρχοι σύρθηκαν σε εκλογές με το φόβο του τερματοφύλακα πριν από τα πέναλτι. Αντιλαμβάνονται ότι η προσωρινή άπνοια του λαϊκού κινήματος είναι μόνο η σιωπή πριν από την επόμενη θύελλα. Τα λαϊκά στρώματα υπολογίζουν, όχι αβάσιμα, ότι σ’ αυτές τις εκλογές η ψήφος μπορεί να γίνει φονική σαν σφαίρα, κάτι που συμβαίνει μια φορά στα πενήντα χρόνια σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού.

Μια σιωπηλή εξέγερση της κάλπης, που θα οδηγήσει σε πολιτικό λιντσάρισμα του μνημονιακού πολιτικού κόσμου, δεν μπορεί βέβαια, σ’ αυτή τη φάση, να λύσει το θέμα της διακυβέρνησης προς όφελος του λαού. Μπορεί όμως να αποδιοργανώσει το αστικό πολιτικό σύστημα, να προκαλέσει παραλυτική όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό των ελληνικών και ευρωπαϊκών κέντρων, να ισχυροποιήσει σοβαρά τον λαϊκό παράγοντα και την Αριστερά. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενισχύσει την πιθανότητα πραγματικών, και όχι κάλπικων, εξεγέρσεων από τον Ιούνιο και μετά, όταν αρχίσει ο καταιγιστικός βομβαρδισμός της Εφορίας και των νέων, βάρβαρων μέτρων που έχουν ήδη προαναγγελθεί.

Ωστόσο οι λογικές ως ένα βαθμό προσδοκίες δεν δικαιολογούν άγνοια κινδύνου- άλλωστε, τα θηρία γίνονται δέκα φορές πιο επικίνδυνα όταν τραυματίζονται και εγκλωβίζονται. Η τεχνητή δημιουργία κλίματος ανωμαλίας, χάους και ιδεολογικής τρομοκρατίας βρίσκεται πάντα στην ημερήσια διάταξη, έστω κι αν οι μηχανορράφοι κινδυνεύουν να καούν οι ίδιοι από την πυρκαγιά που ετοιμάζουν. Ίσως μάλιστα παρόμοια σενάρια να είχαν ήδη δρομολογηθεί αν η αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα και η παρ’ολίγον δολοφονία του Μάριου Λώλου δεν είχαν προκαλέσει τόση συγκίνηση, καταδικάζοντας σε αποτυχία και τις απόπειρες εκτροπής της λαϊκής οργής στους συνήθεις αποδιοπομπαίους τράγους, μετανάστες και απεργούς. Εν αναμονή καλύτερων ιδεών και ευκαιριών, οι κυρίαρχες δυνάμεις επιχειρούν να ανασυνταχθούν στη «γραμμή Μαζινό» του αστισμού, τον ευρωπαϊσμό, θέτοντας ως καθοριστικό διακύβευμα των εκλογών το δίλημμα: Ευρώ ή χάος.

Όπως είναι γνωστό, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί κατάφεραν να τσακίσουν τους Γάλλους μέσα σε ενάμιση μήνα χωρίς να δώσουν καμία μάχη πάνω στη φοβερή και τρομερή γραμμή Μαζινό- την παρέκαμψαν μέσω Ολλανδίας, Βελγίου και δάσους των Αρδεννών. Σήμερα, η μαχόμενη Αριστερά δεν διαθέτει την πολυτέλεια της παράκαμψης γιατί το θέμα του ευρώ ορθώνεται αναγκαστικά μπροστά μας όχι από κάποια αντιιμπεριαλιστική ή εθνικιστική ιδεοληψία, αλλά από την ίδια την πραγματικότητα της κρίσης στην ευρωζώνη. Από την άλλη πλευρά, η ριζοσπαστική και κομμουνιστική Αριστερά δεν έχουν κανένα λόγο να συγκεντρώσουν όλη τη δύναμη πυρός πάνω στο πιο ευνοϊκό για τον αντίπαλο πεδίο. Οφείλουν να δώσουν τη μάχη του ευρώ με τον αστισμό στο πλαίσιο μιας συνολικής πρότασης για την αντιμετώπιση της κρίσης, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη δημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας προς όφελος των εργαζομένων, στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να τονισθεί είναι ότι ο «κίνδυνος» να φύγουμε από το ευρώ λόγω «εκλογικού ατυχήματος» αποτελεί εκφοβιστικό τρικ του δικομματισμού, αντάξιο πολιτικών παπατζήδων. Από τη μία πλευρά, οι δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη- ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής, Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, μικρότερες αριστερές οργανώσεις- απέχουν πολύ από το να διεκδικούν την κυβερνητική και πολύ περισσότερο την πραγματική εξουσία, έστω κι αν το ποσοστό του κόσμου που υποστηρίζει την απαλλαγή από τον ευρωζουρλομανδύα ξεπερνά κατά πολύ την εκλογική τους βάση. Από την άλλη, οι κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ ουδεμία θεσμική δυνατότητα διαθέτουν να εξοστρακίσουν από την ευρωζώνη μια χώρα αν η ίδια δεν έχει αποφασίσει να αποχωρήσει. Μπορούν βεβαίως να αλλάξουν δικτατορικά το θεσμικό πλαίσιο, αλλά αυτό θα προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, θα κλιμακώσει ανεξέλεγκτα τη σοβούσα κρίση του ευρώ και πιθανότατα θα προκαλέσει διάσπαση της ίδιας της Ένωσης. Η Ελλάδα θα φύγει από το ευρώ μόνο με δική της κυρίαρχη απόφαση, είτε όταν η ηγεμονική μερίδα του κεφαλαίου βρεθεί σε αδιέξοδο, είτε (όπως θα θέλαμε εμείς) όταν η λαϊκή πλειοψηφία πεισθεί από την ίδια της την πείρα για την αναγκαιότητα της ρήξης.

Μια επαναστατική Αριστερά, αντάξια των σκοπών και του μέλλοντός της δεν μπορεί να αισθάνεται ερωτευμένη ούτε με το ευρώ, ούτε με τη δραχμή. Ιστορικός της ορίζοντας είναι ένα σύστημα οργανωμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης, που θα μειώνει το ρόλο των εμπορευματικών- χρηματικών σχέσεων μέχρι την πλήρη εξάλειψή τους. Φυσικά, πρόκειται για μακροπρόθεσμο στρατηγικό στόχο, που δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη, αλλά αυτό δεν τον καθιστά θρησκευτικό «εικόνισμα». Αντίθετα, νοηματοδοτεί άμεσες, τακτικές επιδιώξεις που πρέπει να βρουν τη θέση τους σε ένα αριστερό, αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της κρίσης με πυρήνα την προστασία και διεύρυνση του δημόσιου αγαθού. Για παράδειγμα: Δωρεάν μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς για τον εργατικό πληθυσμό, τους ανέργους και τους φοιτητές, δωρεάν, καθολική πρόσβαση στο Ίνερνετ, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, εθνικοποίηση στον τομέα του φαρμάκου, διατίμηση και επιδότηση βασικών ειδών διατροφής κ.α.

Μεσοπρόθεσμα, στην κλίμακα μιας μεταβατικής, εργατικής- λαϊκής εξουσίας, μια διεθνιστική Αριστερά δεν νομιμοποιείται να επενδύσει προνομιακά στο εθνικό νόμισμα υπό το πρίσμα της απόσυρσης από το διεθνή καταμερισμό εργασίας στο ιγκλού της “αυτοδύναμης ανάπτυξης” και του εμπορικού πολέμου με τις άλλες χώρες. Ειδικά για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, η προοπτική του σοσιαλισμού θα γινόταν αφάνταστα πιο εύκολη στο πλαίσιο μιας ισότιμης ένωσης εθνών, με μεταβιβάσεις πόρων προς τις φτωχότερες περιοχές, μεταφορά τεχνογνωσίας και εξειδίκευση στη βάση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Το να περιμένει, όμως, κανείς να μεταβληθεί το σημερινό ευρωσφαγείο των μισθωτών σε παραδεισένια Ένωση ισότιμων εθνών χωρίς επαναστατικές ανατροπές είναι μεγαλύτερη αφέλεια από το να περιμένει τον Άγιο Βασίλη. Για να ενωθούμε, πρέπει πρώτα να χωρίσουμε γιατί αυτό επιβάλλει όχι η ιδεολογική καθαρότητα κάποιας σέχτας, αλλά η ανάγκη επιβίωσης του ελληνικού λαού. Εδώ η αντίφαση των αριστερών ευρωπαϊστών είναι αξεπέραστη: Λένε όχι στο Μνημόνιο, ναι στη στάση πληρωμών- αλλά επιμένουν ότι όλα αυτά μπορεί να γίνουν στο πλαίσιο του ευρώ και της ΕΕ. Πιστεύουν αλήθεια ότι η Μέρκελ, ο Σαρκοζί (ή ο Ολάντ) και ο Ντράγκι θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να τους φεσώσει χωρίς κυρώσεις- π.χ χωρίς να κόψουν τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα προγράμματα στήριξης, χωρίς να δεσμεύσουν τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, χωρίς να διώξουν την Ελλάδα από όλα τα όργανα αποφάσεων της Ένωσης, χωρίς μ’ άλλα λόγια να πυροδοτήσουν μια συνολική ρήξη που αναγκαστικά θα οδηγήσει τη χώρα εκτός ευρωζώνης και εκτός ΕΕ; Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε μία στο εκατομμύριο πιθανότητα να γίνει κάτι τέτοιο, η παραμονή στο ευρώ θα ακύρωνε με μεμιάς όλα σχεδόν τα πλεονεκτήματα της στάσης πληρωμών: Τη δυνατότητα να κόβουμε χρήμα στο Εθνικό Νομισματοκοπείο για να καλύψουμε, στη δύσκολη μεταβατική περίοδο, το πρωτογενές έλλειμμα και την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος για την ανόρθωση της παραγωγικής βάσης, του τουρισμού και των κατασκευών.

Εν κατακλείδι: Η έξοδος από την ευρωζώνη (μαζί με τη στάση πληρωμών, την εθνικοποίηση των τραπεζών και την αναδιανομή του πλούτου) αποτελεί κόκκινη γραμμή για μια μαχόμενη αριστερή απάντηση στην κρίση όχι γιατί μας παρασύρουν ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος και τα αστικά συγκροτήματα, αλλά γιατί μας επιβάλλεται από την ίδια την πραγματικότητα. Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς που συγκλίνουν, έστω και από διαφορετικές στρατηγικές αφετηρίες, σε ένα τέτοιο πρόγραμμα οφείλουν να συμπαραταχθούν σε ενιαίο μέτωπο, στις εκλογές και κυρίως μετά από αυτές, δίνοντας πολιτική προοπτική και αυτοπεποίθηση στα λαϊκά στρώματα που αγωνιούν και υποφέρουν. Ιδιαίτερα οι δυνάμεις που βρέθηκαν στα ίδια χαρακώματα από το Δεκέμβρη του 2008 και μετά (και υπέστησαν γι αυτό πολιτικό λιντσάρισμα από το κατεστημένο) δεν έχουν καμμία δικαιολογία να συνεχίσουν να βαδίζουν χωριστά. Η τρομερή συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου σ’ αυτή την τόσο σκληρή εποχή δεν μας αφήνει την πολυτέλεια να επιλέγουμε τελικά το σωστό, μόνο αφού έχουμε εξαντλήσει όλη τη γκάμα των λανθασμένων επιλογών.

* Αναδημοσίευση από το ΠΡΙΝ στις 8-4-2012

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Zίζεκ: «H Eλλάδα είναι το πειραματόζωο του καπιταλισμού»


Για την Ελλάδα της κρίσης, την ψευδή εικόνα της στο εξωτερικό αλλά και την «αηδιαστική αφήγηση» των Ευρωπαίων που θέλουν να βοηθήσουν σα να πρόκειται για καταστροφή ενώ είναι κρίση του συστήματος, μιλά σε συνέντευξη του στο περιοδικό «Επίκαιρα» ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ. Προβλέπει ότι ένα κύκλος καπιταλισμού φτάνει στο τέλος του και δηλώνει αισιόδοξος.

Το απόσπασμα της συνέντευξης στο οποίο ο Ζίζεκ αναφέρεται στην Ελλάδα:

«Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, πρέπει να κοιτάξουμε τις αφηγήσεις που κυριαρχούν. Η πρώτη αφήγηση επικρατεί στη Γαλλία και τη Γερμανία, αλλά κυρίως στη δεύτερη. Παρουσιάζει τους Γερμανούς ως σκληρά εργαζόμενους, τεχνοκράτες και μετριοπαθείς, ενώ τους Έλληνες να μην πληρώνουν φόρους και να αποτελούν μια μεγάλη “μαύρη τρύπα”, στην οποία εξαφανίζονται χρήματα. Πρόκειται, φυσικά, για μια ψευδή αφήγηση.

Δεν θέλω να εξιδανικεύσω την Ελλάδα, αλλά θα σας πω μια σοκαριστική ιστορία που έλεγε ο αγαπημένος μου Ζακ Λακάν και νομίζω πως είναι αληθινή: Ας υποθέσουμε ότι έχουμε έναν παθολογικά ζηλιάρη σύζυγο, ο οποίος υποπτεύεται πως η γυναίκα του ξενοκοιμάται όλη την ώρα. Ακόμη κι αν όλες οι υποψίες του ήταν βάσιμες και η γυναίκα πράγματι κοιμόταν κάθε απόγευμα με άλλους τρεις άνδρες, η ζήλια του θα εξακολουθούσε να είναι παθολογική.

Γιατί; Διότι το νόημα της παθολογίας δεν εντοπίζεται στο αν κάτι είναι αληθές ή όχι, αλλά στο ότι ο σύζυγος χρειάζεται αυτή την έμμονη ιδέα της ζήλιας για να κρατά το μυαλό του σε λειτουργία. Το ίδιο ισχύει, λόγου χάρη, με το ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Το νόημα δεν είναι αν οι Εβραίοι ή οι Άραβες είναι πραγματικά όπως τους παρουσιάζουν.

Σημασία έχει να δούμε γιατί ο ρατσιστής χρειάζεται τη μορφή του φυλετικού εχθρού για να λειτουργήσει. Το ίδιο, λοιπόν, ισχύει για τους Έλληνες. Δεν χρειάζεται να αποδείξετε ότι δεν είστε τεμπέληδες. Ίσως να είστε, ίσως και να μην είστε Εγώ αμφιβάλλω πως είστε, βλέποντας τα φτωχά χωριά στην Πελοπόννησο ή στη Βόρεια Ελλάδα – όπως ήταν τουλάχιστον-, τα οποία δεν είναι μέρη όπου ζουν τεμπέληδες. Σημασία έχει το εξής: Γιατί η Δύση, η Γερμανία και οι άλλες χώρες, ήταν έτοιμη να σας δώσει τόσα πολλά χρήματα για να καταναλώνετε; Είναι σαφές το γιατί: Για να διατηρήσει τη δική της παραγωγή.

Η δεύτερη κυρίαρχη αφήγηση είναι επίσης ψευδής: Δεν μου αρέσει η ελληνική αντίδραση που λέει ότι οι κινήσεις των Βρυξελλών αποτελούν επανάληψη της γερμανικής Κατοχής του ΄41-΄44. Όχι, δεν πρέπει να πέσετε στο απλουστευτικό σχήμα “καλοί Έλληνες, κακοί Γερμανοί”. Απέναντί μας έχουμε μια παγκόσμια κρίση, ένα πρόβλημα, δηλαδή, του ίδιου του συστήματος, το οποίο πιέζει κάποια τμήματά του να παίξουν συγκεκριμένους ρόλους.

Αντί, λοιπόν να λέτε: “Εμείς οι περήφανοι Έλληνες δεν θα αφήσουμε τη Γερμανία να μας κατακτήσει και πάλι”, θα πρέπει να καταλάβετε ότι η χώρα σας έχει μετατραπεί σε πεδίο δοκιμών. Αυτό δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα. Πρόκειται για παγκόσμια παθολογία. Η φαινομενική σταθερότητα στην οποία ζούσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια ήταν μια φενάκη. Αυτός ο κύκλος πλησιάζει στο τέλος του και τώρα ο καπιταλισμός προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει νέα μοντέλα για να επιβιώσει. Κι εσείς είστε το πειραματόζωο

Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη αφήγηση στην Ευρώπη, που λέει ότι πρέπει να βοηθήσουμε τους Έλληνες, οι οποίοι κινδυνεύουν.

«Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο αηδιαστική αφήγηση. Στηρίζεται στην ψεύτικη συμπάθεια και συνοψίζεται στη φράση: “Οι καημένοι οι Έλληνες λιμοκτονούν, οι μητέρες δεν έχουν χρήματα να θρέψουν τα παιδιά τους κ.ο.κ.”. Φυσικά, αυτή η περιγραφή είναι αληθινή. Όταν, όμως, παρουσιάζεται με το συγκεκριμένο τρόπο, μετατρέπει την οικονομική κρίση σε ένα είδος φυσικής καταστροφής. Όπως οι Ιάπωνες έχουν τη Φουκουσίμα, φαίνεται πως κι εσείς έχετε την οικονομική κρίση.

Επαναλαμβάνω, σας έχουν μετατρέψει σε πειραματόζωα για ολόκληρη την Ευρώπη. Σας επέβαλαν δοκιμαστικά μια νέα αυταρχική μορφή διακυβέρνησης, η οποία μόνο επιφανειακά παραμένει δημοκρατική. Το ίδιο έγινε και στην Ιταλία και νομίζω πως θα ακολουθήσουν κι άλλες χώρες. Επομένως, δεν πρέπει να λέμε: “Εμείς οι χοντροί Ευρωπαίοι, που ακόμη τα πάμε σχετικά καλά, πρέπει να βοηθήσουμε τα Ελληνόπουλα που λιμοκτονούν”. Δεν είστε μια νέα Σομαλία. Δεν είστε θύματα – δηλαδή είστε, αλλά υπό διαφορετική έννοια. Εσείς βασικά αγωνίζεστε!».<

Αυτός ο αγώνας είναι εθνικός ή ευρωπαϊκός. «Πρέπει να είναι ένας κοινός ευρωπαϊκός αγώνας. Η δυτικοευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι στην Ελλάδα βλέπει το μέλλον της. Όλοι πρέπει να συμπαραταχθούμε στον αγώνα σας, όχι λόγω μιας ανόητης αλληλεγγύης ή κάποιου είδους χριστιανικής αγάπης για το φτωχό μας γείτονα, αλλά διότι διακυβεύεται και η δική μας μοίρα.

Σε αυτό το σημείο είμαι πεσιμιστής και για τον ίδιο λόγο αισιόδοξος. Ένας κύκλος του καπιταλισμού, που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια, όταν εγκαταλείφθηκε ο Κανόνας του Χρυσού, φτάνει στο τέλος του. Δεν είμαι οικονομολόγος, δεν ξέρω τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε. Ωστόσο, σε αυτές τις περίπλοκες καταστάσεις πρέπει να θυμόμαστε πως ούτε εκείνοι που έχουν την εξουσία γνωρίζουν τι να κάνουν. Είναι μεγάλο πρόβλημα η αυξανόμενη, εμφανής ανικανότητα της άρχουσας τάξης, υπό την έννοια της πολιτικής ελίτ, να κάνει τη δουλειά της.

Υπάρχει, ξέρετε, μια παλιά μαρξιστική παράνοια, ότι κάπου ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Wall Street βρίσκεται κάποιο μυστηριώδες κέντρο όπου λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις. Όταν, όμως, δεις τους ηλίθιους που μας κυβερνούν, σχεδόν ονειρεύεσαι κάτι τέτοιο: Να υπήρχε έστω ένα αποτελεσματικό κέντρο των ελίτ! Κάποιες φορές, βέβαια, η κατάσταση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Μπορεί να δημιουργηθούν τάσεις ολοκληρωτισμού ή εθνικιστική βία. Υπάρχει, ωστόσο, και η ελπίδα. Κάτι νέο πάντα γεννιέται σε αυτές τις καταστάσεις.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Η ασφάλεια της συντεταγμένης συντριβής


To πρώτο μνημόνιο το ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και Ντόρα, το δεύτερο ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και Ντόρα.
Το πρώτο, το δεύτερο και όλα όσα τα ακολουθήσουν, θα τα ψηφίσεις ή δεν θα τα ψηφίσεις εσύ.
Μέχρι την ημέρα των εκλογών, ό,τι έχει γίνει έχει γίνει χωρίς να ερωτηθεί ο Έλληνας πολίτης. Ένας πολίτης που δεν σταμάτησε επί δύο και πλέον έτη να αγανακτεί, να μιλάει για χούντες που δεν τελείωσαν το εβδομήντα τρία, να κάνει λόγο ακόμη και για κρεμάλες.
Είναι καιρός λοιπόν να τελειώσουν τα ψέμματα για όλους μας. Είναι καιρός να μετρηθούμε πόσοι είμαστε από εδώ και πόσοι από εκεί, όχι με φωνές αλλά στην πράξη.
Η διαφορά είναι ότι, αν το από εδώ στρατόπεδο είναι ομογενοποιημένο πλέον κανονικά και με τη βούλα, αν η διαφορά που χωρίζει το ΠΑΣΟΚ από τη ΝΔ είναι η διαφορά που χωρίζει την Άρια από την Αγάτσα, αν η διαφορά που χωρίζει τη Ντόρα από τον Μάνο είναι ότι τη την μεν Ντόρα την προβάλλουν εντελώς δυσανάλογα σε σχέση με την εκλογική της απήχηση 2 1/2 χρόνια τώρα όλα τα κανάλια, τον δε Μάνο τον προβάλλει εντελώς δυσανάλογα σε σχέση με την εκλογική του απήχηση 100 χρόνια τώρα ο Σκάι, αν η διαφορά που χωρίζει το μνημονιακό ΛΑΟΣ από το αντιμνημονιακό ΛΑΟΣ είναι μια κωλοτούμπα (ανά νανοσεκόντ) δρόμος,
το από εκεί στρατόπεδο είναι κατατμημένο σε κόμματα που εκπροσωπούν -από λίγο έως πάρα πολύ- διαφορετικές θέσεις. Μπορεί να διαφωνώ με αρκετές από αυτές τις θέσεις, αλλά σε αυτή τη φάση όποιος ψηφίσει μη μνημονιακά κόμματα κάνει κατά τεκμήριο την ίδια βασική πολιτική επιλογή με μένα. Με την ρητή και κατηγορηματική εξαίρεση της Χρυσής Αυγής. Μεγαλύτερος εχθρός κι από το δρόμο των μνημονίων είναι ο δικός της. Τελεία.
Σε αυτές τις εκλογές δεν δικαιούται να δηλώσει κανείς εξαπατημένος. Ο δρόμος του μνημονιακού στρατοπέδου είναι σαφέστατος. Όχι μόνο δοκιμάστηκε σε βάθος χρόνου τέτοιο ώστε να πείσει και τον πλέον δύσπιστο, αλλά και έχει προδιαγραφεί με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο η συνέχιση της πορείας του. Κάθε ψήφος που του χαρίζεται, είτε θετικά, είτε δια της αποχής ή των άκυρων και λευκών, είναι μια ψήφος αποφασιστικής σημασίας.
Ο δρόμος του από εκεί στρατοπέδου κάθε άλλο παρά σαφής είναι, κάθε άλλο παρά προδιαγεγραμμένος. Τον βάφτιζαν τόσο καιρό και θα τον βαφτίσουν τις επόμενες εβδομάδες, με όλα τους τα μέσα και με κάθε τρόπο, τον δρόμο που οδηγεί στο χάος και την καταστροφή. Και το κρίσιμο ερώτημα είναι αν νομιμοποιείται ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος να φοβηθεί από αυτό που θα του πούνε, αν νομιμοποιείται να μην εμπιστευθεί τον αχαρτογράφητο δρόμο.
Ναι, νομιμοποιείται. Αυτό σημαίνει δημοκρατία. Να βάζεις κάτω τα δεδομένα και να εκτιμάς τι προτιμάς. Αν όλα όσα έχουν προηγηθεί δεν σε πείθουν ότι ακόμη και ο πλέον αχαρτογράφητος δρόμος είναι προτιμότερος από τον χαρτογραφημένο σε μνημόνια, αν όλα όσα έχουν προηγηθεί δεν σε πείθουν πως έχεις την μοναδική ιστορική ευκαιρία να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων, να σηκώσεις κεφάλι και να πεις παύω να φοβάμαι, αναδέχομαι το ρίσκο, θέλω να πω «όχι» στη ασφάλεια της συντεταγμένης συντριβής, δεν θα συντριβώ εθελόδουλα, δεν μπορεί να απαιτείται από ένα λαό να εγκρίνει ένα σχέδιο που του κάνει κακό, δεν μπορεί ποτέ κανείς λαός να καλείται να επιλέξει ανάμεσα στο δήθεν μικρότερο από τα δύο κακά, το να επιλέγεις εν γνώσει σου το κακό φοβούμενος το υποτιθέμενο μεγαλύτερο δεν σε καθιστά σώφρονα πολίτη, όπως προσπαθούν να στο πουλήσουν, αλλά έναν οριστικά παραδομένο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που έχει παραδώσει την μοίρα του στα χέρια φανταστικών δυνάμεων που νομίζει ότι βρίσκονται υπεράνω της συλλογικής δύναμης των λαών,
αν λοιπόν όλα όσα έχουν προηγηθεί εξακολουθούν να μην σε πείθουν, τότε, ναι, είναι σαφέστατο δημοκρατικό σου δικαίωμα να φοβηθείς και να ψηφίσεις την εξακολούθηση του ίδιου δρόμου.
Δικαίωμά σου όμως παύει να είναι να ενοχληθείς μετεκλογικά για οτιδήποτε επιβληθεί ως μέτρο. Θα τους έχεις πει εσύ ο ίδιος ότι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια έχουν κάθε δικαίωμα να το επιβάλλουν. Και καλά θα κάνουν να στο επιβάλλουν. Θα έχεις συμφωνήσει μαζί τους πως άλλη επιλογή δεν υπήρχε, πως προτιμάς να σου το κάνουν αυτοί το κακό με τον τρόπο που ξέρουν, πως δεν αντέχεις την ευθύνη να εξερευνήσεις αν υπάρχει άλλη επιλογή από τον μονόδρομο του επιβεβλημένου κακού.

ΠΗΓΗ: http://old-boy.blogspot.com/

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012